…έτσι για τα καλωσορίσματα

 ΤΟ ΣΚΛΟΥΠΟ100_0403

«Νάμουν κολώνα στο Στενό

και φλάμπουρο στη ράχη,  

ν´ αγνάντευα, να βίγλιζα

το έρημο το Σκλούπο…»

Μ’ αυτό το νοσταλγικό στίχο αρχίζει το αντιπροσωπευτικό τραγούδι του χωριού μας «η κολώνα», που εκφράζει στην αποθέωσή του την αχόρταγη επιθυμία κι αγάπη του κάθε Σκλουπιώτη για τον τόπο του, το Σκλούπο, την Κεδριά, το Αμπελοχώρι.
Το χωριό που καταγράφεται στα διάφορα Δημόσια έγγραφα, αρχικά ως Σκλούπο, αργότερα και για σύντομο χρονικό διάστημα ως Κεδριά και σήμερα ως Αμπελοχώρι, αποτελεί μαζί με τα γύρω χωριά, το ΔΗΜΟ ΒΟΡΕΙΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ.
Είναι άγνωστο πότε εμφανίστηκαν και από πού προέρχονταν οι πρόγονοί μας,  που κατασκήνωσαν πρώτοι τον απόμερο, απόκρημνο αλλά και μοναδικό αυτό τόπο.
Έχουν διατυπωθεί ορισμένες απόψεις, προκειμένου να βρούμε τις ρίζες μας και να προσδιορίσουμε την ταυτότητά μας.

Το όνομα…Ο αείμνηστος χωριανός μας, καθηγητής Λάμπρος Τσάπαλης, στο δεύτερο τεύχος της επανέκδοσης του περιοδικού  «ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ»,  προσέγγισε με αξιέπαινο τρόπο την ιστορία της περιοχής και πράγματι δεν βρήκαμε μέχρι σήμερα άλλα στοιχεία που να μας οδηγούν σε κάτι διαφορετικό. Όμως θα ήθελα να προσθέσω, ως αντικείμενο έρευνας, μέσα στις πιθανότητες σύνθεσης του τοπωνυμίου «Σκλούπο» και το ενδεχόμενο να έχει ρίζες στον Ασκληπιό, καθότι γνωρίζουμε ότι ο Ασκληπιός μάζευε τα περίφημα βότανα από το Κερκέτιο όρος (Κόζιακα), ως τα Τζουμέρκα.

Όμως, όποτε και όποια αν ήταν η αφετηρία των πρώτων χωριανών μας, η πορεία τους νομοτελειακά θα κατέληγε στον ίδιο τόπο, στην ορεινή Ιθάκη, τον μοναδικό προορισμό του πρόγονου αλλά και του σημερινού Οδυσσέα. Μακριά από τους Τρωϊκούς πολέμους και τους αδιέξοδους πνιγηρούς δρόμους των μεγαλουπόλεων, των ματωμένων αυτοκινητόδρομων και των άγνωστων διευθύνσεων, που δεν αφήνουν περιθώρια ανθρώπινης συνέχειας, για να επιβεβαιωθεί, σύμφωνα με την σημερινή αλλά και την προβλεπόμενη καταστροφική εξέλιξη του περιβάλλοντος, η προφητεία του πάτερ Κοσμά του Αιτωλού (1714-1779), που στο πέρασμά του από τα Τζουμέρκα και από το χωριό μας, σύμφωνα με τις ομολογίες και τις ενδείξεις των σταυρών που υπάρχουν και σημαδεύουν το καλωσόρισμα και το κατευόδιο αντίστοιχα ανατολικά και δυτικά του χωριού, ξεφώνησε το : «Ευλογημένα βουνά που μόνο εσείς θα κρατήσετε λίγο κόσμο»   Άς ελπίσουμε ότι δεν θα επαληθευτεί ο ΄Αγιος!

Ο τόπος …Η επιλογή εγκατάστασης των χωριανών μας, δεν ήταν αναγκαστική ή τυχαία. Ο τόπος που ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία τους, τους τράβηξε, τους αφομοίωσε και τους ενέπνευσε να χτίσουν χωριό, όμοιο με το χαρακτήρα τους: Πέτρες ταιριασμένες τετράγωνες, αράγιστες κι αδρά λαξεμένες, στραμμένες στην ανατολή, εκεί που πρωτοσκάει ο ήλιος, στη Στρογγούλα, στα Τζουμέρκα, στην κορυφή.

Ο προσανατολισμός, η δόμηση του χωριού και η προσαρμογή του στο ευρύτερο περιβάλλον δεν αφήνουν ούτε στο δάσκαλο ούτε στον ποιητή περιθώρια αναζήτησης και έμπνευσης σε άλλους, αλλόκοτους και διασπαρμένους τόπους.
Αυτό είναι το χωριό που αντίκριζε και υμνούσε από το Συρράκο, απέναντι ο πιο γνήσιος βουκολικός μας ποιητής  Κώστας Κρυστάλλης. Αυτό το χωριό φυτεύει σε κάθε παιδική φαντασία ο γνωστός ή άγνωστος δάσκαλος απανταχού της γης, αυτό τραγούδησε με πάθος ο γενναίος πολεμιστής στην Πίνδο και τα άλλα περήφανα βουνά, όταν τα βόλια των κατακτητών γκρέμιζαν τις «κολώνες του Στενού» και έκαιγαν τα «φλάμπουρα της ράχης».Αυτό είναι το Σκλούπο, το χωριό των οδοιπόρων, που κατασκήνωσαν για να χτίσουν με τη δική τους μαστοριά, την πλατεία που να χωράει όλους τους χωριανούς, με τους πανηγυριώτες αντάμα,  την  εκκλησιά του Αη- Νικόλα και τα ξωκλήσια σε όλους τους γύρω λόφους, τα σπίτια, το σχολειό  ψηλά κι από κάτω το κοινοτικό γραφείο, τα καφενεία και τα άλλα μαγαζιά, όλα πέτρινα, πυκνά αδερφωμένα κι αθάνατα, τα σοκάκια με τα γκαλτερίμια, τα πηγάδια στο διάβα του κάθε διψασμένου, τα  γεφύρια και τους νερόμυλους, τα μονοπάτια που οδηγούν στους οικισμούς της Πολιτσάς, του Αφροζούμ και του  Αλών Βρέτ, στις Στάνες, στο Στενό, την Παπάλια  και το Ξεροπήγαδο, στους  αχυρώνες  και  τα  υδραγωγεία, τα πεζούλια με τα αμπέλια, τα κουλούρια  με τις λιθοδομές κι ατέλειωτα μονοπάτια ανάμεσα στα κέδρα και τις αργιές, τις φιλίκες και τα έλατα, τους γκρεμούς και τα «στεφάνια» και, τιμή στους απερχόμενους, την οδό Αναπαύσεως, χωρίς κατηφόρες κι ανηφόρες, να ξεκινάει  από την πλατεία και να καταλήγει απόμερα, στην πιο περίοπτη θέση του ανάγλυφου τόπου, στο κοιμητήρι της Αγίας Παρασκευής, στην Αλαταριά, πάνω από τον Καλαρρύτικο, αγνάντια στα λαγκάδια, στα προσήλια και στ’ ανήλια, στων Τζουμέρκων την κορφή, τη Στρογκούλα, εκεί που σκάει η  ανατολή.
  Το χθες…Το σημερινό Αμπελοχώρι,  με  αποτυπωμένα  τα  χαρακτηριστικά  της διαχρονικής του πορείας,  που ίσως χάνεται βαθιά στους αιώνες, αλλά σε άλλες διαστάσεις, κατά την δεκαετία του εβδομήντα, έφτασε στα όρια πλήρους εγκατάλειψης. Το χωριό που αριθμούσε πάνω από εκατό πανέμορφα πετρόκτιστα, από τα θεμέλια ως τον καβαλάρη, ολάνοιχτα σπίτια, με πάνω από εκατό σχολιαρόπαιδα, στο διθέσιο δημοτικό σχολειό, με πενήντα γυμνασιόπαιδα να πηγαινοέρχονται τα Σαββατοκύριακα  στο γυμνάσιο δεκαπέντε χιλιόμετρα μακρυά, στην  Άγναντα, με παπά, γιορτή  καθημερινή  στην ανοιχτή  εκκλησία, πρόεδρο  και  γραμματικό,  με  αγορά,  πέντε  καφεπαντοπωλεία, ραφτάδικα και τσαγκαράδικα, με όλη τη γη ξελακκωμένη και σπαρμένη,  χέρσα κι απόκρημνα λόγγια και στάνες γεμάτα ζωντανά, ένα χωριό γεμάτο ζωή, έμεινε χωρίς παπά και δάσκαλο, άδειο σχολειό χωρίς παιδιά, τα μισά σπίτια έρημα και τα υπόλοιπα από μια αποκαμωμένη γερόντισσα, φύλακα της νοσταλγίας και της απαντοχής. Χωρίς βασική υποδομή, για μια αξιοπρεπή κι ανθρώπινη διαβίωση, χωρίς ηλεκτρικό, νερό και τηλεφωνική επικοινωνία, χωρίς ίχνη πολυτέλειας.  Όνειρο πολλών γενεών  ο  αυτοκινητόδρομος κι  ό,τι εξαρτάται από όλα αυτά  έκαναν τη διαμονή απαγορευτική και τη γη αφιλόξενη.  Ο τόπος αγρίεψε, γέμισε μολόχες, ασφάκες και τσουκνίδες, φτέρες και μελισσόχορτο. Ακολούθησε φυγή κι ερήμωση!  Ότι είχε συντελεστεί μέχρι τότε ήταν δημιούργημα ή αποτέλεσμα του σκληρού αγώνα των ίδιων των κατοίκων. Η πολιτεία με την περιορισμένη αντίληψη και εκτίμηση που είχε για την ανάπτυξη των ορεινών και ακατάλληλων για γεωργική εκμετάλλευση περιοχών, όχι μόνο δε φρόντισε για εναλλακτικούς τρόπους αξιοποίησής τους, αντίθετα τις ξεχώρισε σε κακοτοπιές και βοσκοτόπια, σε ευνοημένες και απομονωμένες και τις εγκατέλειψε στην τύχη τους. Το παράδοξο κι απίστευτο είναι ότι το χωριό, απέκτησε τα βασικά αγαθά,  οδικό δίκτυο,   υδραγωγείο, ηλεκτρικό και επικοινωνίες απ’ τα ..κακά παιδιά της εφταετίας, τους συνταγματάρχες, παρότι λόγω των δημοκρατικών μας πεποιθήσεων είχαν βαφτίσει το χωριό «Μικρή Μόσχα» και για κάθε αίτημα συνήθως μας παρέπεμπαν στον …Χρουτσόφ. 

 

Το σήμερα…Η εξέλιξη όμως, που ποτέ δεν είναι ευθεία γραμμή, τραβάει την ανηφόρα και πότε πότε κύκλους κάνει, έκανε κι εδώ το γύρω της. Οι Σκλουπιώτες εκτός απ΄την πέτρινη αντοχή, απέδειξαν ότι έχουν το ίδιο υπομονή και πείσμα και δεν ρίχνουν μαύρη πέτρα πίσω τους. Οι σπουδαγμένες πλέον νέες γενιές, μεθυσμένες από το παλιό γλυκόπιοτο Σκλουπιώτικο κρασί της γνώσης (γιατί απ’ το άλλο….άλλοι φρόντισαν  να μην παράγεται σταγόνα, ….αν κι Αμπελοχώρι)  και της καταξίωσης, σε όλους  τους επαγγελματικούς χώρους, νικώντας κάθε κοινωνικό ή διοικητικό φραγμό και αντιξοότητα, διεκδίκησαν κι απαίτησαν την αποκατάσταση της προκλητικής μεροληψίας που συντελέστηκε σε βάρος της ευρύτερης περιοχής των Τζουμέρκων και του ίδιου του χωριού τους.

Κι ένα μέρος από την εγκληματική αυτή παράλειψη άρχισε να αποδίδεται, έστω και με τόσο μεγάλη καθυστέρηση, για να μη βλέπουμε πια σήμερα τον μαρτυρικό μουλαρόδρομο Αμπελοχώρι – Φανερωμένη, πραγματικό Γολγοθά στις μνήμες μας, που παραχώθηκε κάτω από την άσφαλτο,  να θυμίζει σε τίποτα,  στον σημερινό περιπατητή, εκείνους τους εξαντλημένους  αγωγιάτες, τις αποκαμωμένες χήρες και τα ορφανά να περπατούν κατάσαρκα περιμένοντας   τον  ξενιτεμένο  εραστή  του  Κορφόβουνου,  της  Πλάκας  και της …Αλαταριάς. Η σύνδεση με αμαξόδρομο, το νερό, το ηλεκτρικό, το τηλέφωνο, όπως και κάθε σύγχρονη διευκόλυνση, που πριν ξεχώριζαν το χωριό από τον πολιτισμένο κόσμο, είναι στη διάθεση του κάθε χωριανού αλλά και του επισκέπτη, που θέλει να περάσει μερικές ευχάριστες ώρες ή μέρες στο χωριό. Άν έχετε διάθεση για παιχνίδι, το κυρίαρχο άθλημα είναι ο κλωτσοτενεκές, ακατάλληλο για ευαίσθητους σκελετούς αλλά εναλλακτικά στη χωραφιά, κάτω από τον πλάτανο,  θα απολαύσετε τις ατέλειωτες φωναχτές Σκλουπιώτικες κουβέντες,   που αφορούν κυρίως το χωριό τα κοινωνικά, τα πολιτικά τα επιστητά κι ότι χωράει ο νους σας. Σαν κατηφορίσετε τα μονοπάτια προς το Στενό, την Πολιτσά και το Καναβοτόπι, εκεί που σμίγει ο Άραχθος με τον Καλαρρύτικο, για μπάνιο ή για ψάρεμα, θα κουραστείτε αλλά και θ’ αποζημιωθείτε με το παραπάνω.Ο αέρας της ποταμιάς έχει άλλη αίσθηση, ιδιαίτερα το καλοκαίρι. Να πάτε για περπάτημα στη Γούλα, στα Ζαγόρια, στο Κορφόβουνο, να διαβείτε τ’ Ανήλια, το Ξεροπήγαδο και τ’ άλλα κυνηγοτόπια. Να σεργιανίσετε τις χιλιοπατημένες πλαγιές από την Πολιτσά ως τη Γκιούρο κι από τον Αηλιά ως το Καψαλάκι και τη Γκαϊλότρυπα. Να περπατήσετε, να περπατήστε κι όταν καθήσετε να ξαποστάσετε,   αγναντέψτε,  αγναντέψτε, αγναντέψτε πέρα, δώθε κάτω και παραπέρα, όπου τέλος δεν έχει ο ορίζοντας. Θαυμάστε τις πανέμορφες καμάρες, τις τοξωτές γέφυρες και τις πανέμορφες αυλόπορτες, εμπνεύσεις και δημιουργήματα των ξακουστών κι ανεπανάληπτων μαστόρων του χωριού μας. Αφήστε να χαϊδέψουν τα μάτια σας οι ατέλειωτες κορφογραμμές και  ευφρανθείτε χωνευτικό κι ολόδροσο νεράκι από τις πλαγιές του Κέδρου, και της Γκάτετς,  των Αναβρυστικών και των άλλων διάσπαρτων πηγών και τότε ας έρθει  κάποιος να μας πει ότι η διαδρομή του ηλεκτρικού Πειραιάς – Κηφισιά, με ένα πλαστικό μπιμπερό Λουτρακίου στο στόμα, οδηγεί ένα βήμα παραπάνω την «δια βίου ποιότητα». Καλά τα ψέμματα αλλά αν θέλει κάποιος να σπρώξει  κανένα χρόνο παραπάνω τη ζωή του ο τόπος είναι κατάλληλος.

 
Η διαδρομή…Αν είστε ξένοι και θελήσετε να επισκεφτείτε την περιοχή, δε θα χαθείτε, γιατί όλοι οι δρόμοι οδηγούν κατακεί, ….αδιέξοδο στην Αγία Παρασκευή  και παρακάτω γκρεμός.
Απ’ τα Γιάννενα αν πάρετε το δρόμο για τα Τζουμέρκα, περνώντας έξω απ’ το Ελληνικό και συνεχίζοντας μέχρι το χωριό Αετοράχη στην έξοδο του χωριού, στα άλογα, θα δείτε την πινακίδα προς Αμπελοχώρι. Στρίψετε αριστερά, διαβείτε το Κωστήτσι αριστερά και το Φορτώσι δεξιά κι αμέσως κατηφορικά μπαίνετε στο φαράγγι του Αράχθου, στο πέρασμα της Πολιτσάς.
Από κει και πέρα δρόμος δεκαοχτώ ευχάριστα χιλιόμετρα, «σαν τις κύκλες στο χορό και κλωθογυρίσματα», και φτάσατε στο Αμπελοχώρι, το Σκλούπο, το γραμματοχώρι. Δρόμος ολοκαίνουργος, ασφαλτοστρωμένος, όση κατηφόρα τόση κι ανηφόρα. Πότε πότε πέφτει και καμμιά πετρούλα. Αλλά χωρίς προσοχή δε δρασκελάς ούτε το κατώφλι του σπιτιού σου.  Στη μέση  της διαδρομής, περνάει το ποτάμι, ο Άραχθος.
Σταματήστε να θαυμάστε το παλιό επιβλητικό τοξωτό πέτρινο γιοφύρι της Πολιτσάς. Αριστουργηματικό μνημείο. Έργο του δέκατου όγδοου αιώνα, των μαστόρων της περιοχής. Το σύγχρονο φάντασμα που στέκει δίπλα του χρησιμοποιείστε το κι απαλείψτε το. Ας ελπίσουμε ότι κάποια μέρα το τοπίο θα αποκατασταθεί.
Εσείς ανηφορίζοντας, ανάμεσα από τις μυλοκοκιές, τα σπάρτα, τις κουτσουπιές  και τα πλατάνια, τις αγριοκερασιές και τα πουρνάρια τραβάτε κατά την κορυφή κι όταν φτάσετε στο χαρακτηριστικό κιόσκι, κάτω απ’ τον Αηνικολάκη, αφήστε τα μάτια σας ελεύθερα. Αποκάτω σας θα ξεδιπλωθεί το ανάγλυφο του Καλαρρύτικου, μπροστά σας το χωριό, με φόντο τα Τζουμέρκα, δίπλα στα κέδρα του Κορφόβουνου, τις φτέρες και τα αμπέλια. Φτάσατε στο Αμπελοχώρι.
Αν στην Αετοράχη, ξεχαστείτε και προχωρήσετε μέχρι το Καλέτζι, μη γυρίσετε πίσω, συνεχίστε την υπέροχη διαδρομή μέχρι το ιστορικό γεφύρι της Πλάκας κι εκεί διαλέξτε, αριστερά δέκα χιλιόμετρα μέσα απ’ τους διάσπαρτους οικισμούς των Ραφταναίων ή συνέχεια δεκαπέντα χιλιόμετρα διαβαίνοντας την Άγναντα το Παλιοχώρι και τους Κτιστάδες.
Αν είναι εποχή που βγαίνουν τα πιο γευστικά στον κόσμο χαμοκέρασα, στον Αηλιά, αριστερά και δεξιά του δρόμου ο τόπος είναι γεμάτος. Δοκιμάστε άφοβα, απολαύστε τα  και σε πέντε λεπτά έχετε την ευχαρίστηση να απολαύσετε το σπάνιο πια Σκλουπιώτικο τσίπουρο στα μοναδικά και υπέροχα στέκια του «ΝΙΚΟΥ» , κάτω απο το πνευματικό κέντρο και της «ΜΑΝΘΑΣ», κάτω απ´ τα πλατάνια, με μεζέδες που δεν έχετε ξαναγευτεί. Μη ζητήσετε Σκλουπιότικο κρασί, για να μην σας ειρωνευτεί κανένας γέροντας και παρεξηγηθείτε. Δεν υπάρχει σταγόνα απ’ αυτό, τόπα και παραπάνω. Σκόνταψε ο γάϊδαρος που το κουβάλαγε, τρυπήσαν τα ασκιά του και χύθηκε στην «Κοκαλιάρα». Τ’ αμπέλια χάθηκαν! Ούτε κλιματόβεργα.Πνίγηκαν στο δάσος.
Στο Σκλούπο  μπορείτε να πάτε βέβαια και από χίλια άλλα μονοπάτια και παρά λίγο αεροπορικώς, αν δεν ναυαγούσε το πρόγραμμα,  κατασκευής του αεροδιάδρομου στη θέση Λούτσα, που εμπνεύστηκε για το χωριό, την περίοδο του εξήντα, ο ξενιτεμένος χωριανός μας  στην Αμερική, Ανδρέας Πάνος. Προς το παρόν πορευτείτε με τον αμαξόδρομο και σίγουρα στο μέλλον κάποιος Σκλουπιώτης θα σας φέρει με άλλο μέσο, από άλλη διαδρομή. Μην παραλείψετε να ανεβείτε ένα δειλινό ψηλά στον  Αη Νικόλα, να αγναντέψετε και ν’ απολαύσετε το ηλιοβασίλεμα κι όλη την Ήπειρο. Σίγουρα δεν έχετε ξαναδεί τέτοιο ονειρεμένο κι απέραντο θέαμα!

Απέναντι στη Δωδώνη ο Καρακατσάνης παίζει Αριστοφάνη. Τόσο κοντά, πετάξτε, προλαβαίνετε την παράσταση. Θα γελάσετε. Πόσο μικρός και σύντομος είναι ο κόσμος κι ο δρόμος χωριανοί. Σχεδόν απέναντί μας, δίπλα μας. Κι αν φροντίσετε να βρεθείτε στο πανηγύρι, στις 26 Ιουλίου και συναντήσετε το Μήτσο Νάκο, το Νικαλέξη,  τον Κώστα Αλαταριά, το Γκανία, τα Σιωτάκια, τα Βλαχάκια, τα Πραμαντιωτάκια, τα Νασλάκια και τα άλλα τα παιδιά να «τρίβουν το πιπέρι» ή να χορεύουν τις κύκλες, πιαστείτε και σεις χέρι χέρι, να πυκνώσει ο χορός, να ανταμώσουν οι φωνές, για να ακουστούν απόπερα, στους Χουλιαράδες, τη Γκούρα, το Προσήλιο και το Μιχαλίτσι :

«…πώς κλαίει η Τά-
η Τάνα το παιδί,
πώς κλαίει η Τάνα το παιδί
κι η Μήτραινα το Μήτρο,
κι η Μήτραινα το Μήτρο.
Κι η δόλια η Χρη-
Κι η δόλια η Χρηστονίκαινα
Κι η δόλια η Χρηστονίκαινα
το δόλιο το Θανάση,
το δόλιο το Θανάση…»

        Κώστας Αναστασίου

costas.anastasiou@mail.com 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *